Αλεξάνδρα x Χ&Υ

Intro

Ενώ η 3η Μπιενάλε της Αθήνας 2011 ΜΟΝΟΔΡΟΜΟΣ
βρίσκεται σε εξέλιξη, η Αλεξάνδρα Κολλάρου ανακρίνει, αποκλειστικά για το artAZ, τους επιμελητές της Ξένια Καλπακτσόγλου και Poka Yio.

Ξένια Καλπακτσόγλου - Poka Yio



ΑΚ: Η 3η Μπιενάλε της Αθήνας καλύφθηκε πριν από τα εγκαίνιά της από ένα πέπλο μυστικότητας – γιατί αυτό;

ΧΥ: Πάντα ανακοινώναμε τους καλλιτέχνες την τελευταία στιγμή. Στο επιμελητικό έργο υπάρχουν διαφοροποιήσεις, αλλαγές, ενώ για διάφορους, τεχνικούς ή μη, λόγους ενδέχεται ένα έργο να μην καταφέρει να έρθει, ή να μην κατασκευαστεί.
Σε κάθε περίπτωση όμως, έχουμε δηλώσει εξαρχής, ήδη από την πρώτη Μπιενάλε, ότι μας ενδιαφέρει να δημιουργούμε περιβάλλοντα, μέσα στα οποία όλα τα έργα συγκοινωνούν και ο θεατής βιώνει μια συνολική εμπειρία. Η ανακοίνωση μίας λίστας καλλιτεχνών καιρό πριν τα εγκαίνια της έκθεσης δεν εξυπηρετεί κανένα σκοπό, παρά μόνο την περιέργεια. Στην έκθεση του ΜΟΝΟΔΡΟΜΟΥ περιλαμβάνονται διαφορετικού είδους αντικείμενα και συμμετοχές, όπως αρχεία και υλικό που δε κατηγοριοποιείται με έναν συμβατικό τρόπο, θεωρήσαμε λοιπόν πως θα ήταν προτιμότερο δει κάποιος τα εκθέματα σε άμεση συνάρτηση με τον χώρο. Ταυτόχρονα, πέρα από το γεγονός ότι η φετινή Μπιενάλε είναι το τελευταίο μέρος της τριλογίας που ξεκινήσαμε με το Destroy Athens και μαζί της θεωρούμε ότι τελειώνει και η δημιουργική μας εμπλοκή με τη Μπιενάλε ως επιμελητές, η αφήγηση του ΜΟΝΟΔΡΟΜΟΥ έχει επίσης να κάνει και με το πώς αντιδρούμε στην ευρύτερη κατάσταση, η οποία αλλάζει με ραγδαίους ρυθμούς και επηρεάζει όλους μας αρκετά. Διατηρώντας μία ‘μυστικότητα’, λοιπόν, δώσαμε στους εαυτούς μας χρόνο να διατυπώσουμε κάτι σφαιρικά, κάτι πιο ολοκληρωμένο και συναφές που να μην είναι τόσο συναισθηματικά φορτισμένο -ας μην ξεχνάμε ότι ξεκινήσαμε πιο οργισμένοι και τώρα είμαστε πιο θλιμμένοι.

Η Μπιενάλε δεν είναι το άθροισμα των καλλιτεχνών που την αποτελούν, όπως θα υπονοούσε η δημοσιοποίηση μίας λίστας ονομάτων. Στην πραγματικότητα είναι κάτι εντελώς καινούργιο. Ή ανακοίνωση μιας λίστας μάλλον αφαιρεί από την ουσία της Μπιενάλε, παρά προσθέτει «πληροφορία».

ΑΚ: Ποιό είναι το statement της Μπιενάλε. Υπάρχει πολιτική διάσταση;

ΧΥ: Ο «ΜΟΝΟΔΡΟΜΟΣ» είναι μία λέξη που ακούμε καθημερινά. Δεν ταυτίζουμε, όμως, το μονόδρομο με το αδιέξοδο. Έχουμε δημιουργήσει ένα όχημα: την αντίστιξη μεταξύ του Walter Benjamin και του Μικρού Πρίγκιπα, ως δύο φανταστικών χαρακτήρων που βρίσκονται στην Αθήνα του 2011 και συνομιλούν, με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Μέσω της φιγούρας του Benjamin προσπαθούμε να σχολιάσουμε τη θέση της διανόησης σήμερα. Πρόκειται για μία πατριαρχική εικόνα της διανόησης του 20ου αιώνα, του μοντερνισμού, ο οποίος ηττημένος τώρα πια, προσπαθεί να μεταδώσει στη νέα γενιά τις διδαχές της δικής του εποχής. Δεν μπορεί όμως, γιατί μεσολαβεί η απόλυτη ήττα – είναι απογοητευμένος, παραδομένος, χρεοκοπημένος και τελικά οδηγείται στην αυτοκτονία. Ο πρίγκιπας αντιπροσωπεύει τη χαμένη μας αθωότητα. Είναι το αφήγημα της ενηλικίωσης, το πέρασμα από την αθωότητα στον κόσμο των ενηλίκων με τα ερωτήματα του. Σε αυτούς τους δύο χαρακτήρες, πάνω στους οποίους βασίζουμε, σε πολύ αδρές γραμμές, την αφήγηση, έρχεται να προστεθεί και το σκηνικό της έκθεσης, που πάντα παίζει ρόλο. Η Μπιενάλε κάθε φορά φιλοξενείται σε διαφορετικές περιοχές και χώρους , ενώ αυτήν τη φορά η επιλογή των κτιρίων έχει πολύ μεγάλη σημασία για τη συνέχεια της συζήτησης. Με τη συγκεκριμένη έκθεση κάνουμε διάφορες αναγωγές στην περίοδο του Μεσοπολέμου, με έναν τρόπο. Έχουμε επιλέξει μία συστοιχία κτιρίων που με τον άλφα ή βήτα τρόπο αναφέρονται στην ιστορία της νεώτερης Ελλάδας: το Πάρκο Ελευθερίας, με το Μουσείο Βενιζέλου και το Κέντρο Τεχνών, και τη Διπλάρειο σχολή. Η Διπλάρειος ιδρύθηκε το 1892 και έχει χρησιμοποιηθεί ποικιλοτρόπως ενώ παρουσιάζει ιδιαίτερο αρχιτεκτονικό ενδιαφέρον. Επιπλέον, οι περιοχές όπου φιλοξενείται η έκθεση έχουν τη δική τους σημασία, η Μπιενάλε επιστρέφει στο κέντρο της Αθήνας, και δη στην πλατεία Θεάτρου, την οποία σχεδόν όλοι αντιμετωπίζουν με φόβο και καχυποψία. Θεωρούμε ότι αυτό είναι απαραίτητο και έχει μια σαφή πολιτική διάσταση. Δεν ξέρω αν οι προσδοκίες των επισκεπτών αυτής της έκθεσης είναι να δουν κάτι διακηρυκτικό ή τη δημιουργία ενός κινήματος – πάντως δεν είναι αυτή η δική μας επιθυμία. Πολιτική πράξη είναι καταρχήν να επιλέγεις να δουλεύεις κάτω από αυτές τις συνθήκες και ακόμα το ότι επιλέξαμε να μην ακυρώσουμε την έκθεση αλλά να προχωρήσουμε, να στήσουμε κάτι και να μιλήσουμε για αυτό και μάλιστα στους συγκεκριμένους χώρους, όλα αυτά αποτελούν περαιτέρω πολιτικές πράξεις.

ΑΚ: Με ποιό τρόπο θίγονται τα θέματα που αφορούν την τρέχουσα κατάσταση;

ΧΥ: Με έναν αρκετά έμμεσο τρόπο. Η έκθεση δεν είναι καθόλου κυνική και δεν είναι καθόλου διακηρυκτική, έχει πολλά επίπεδα ανάγνωσης: τα κτίρια που φιλοξενούν τους καλλιτέχνες, τον συμβολισμό τους, τα έργα που βρίσκονται μέσα σε αυτά, τις περιοχές, συν όλο αυτό το αρχειακό υλικό. Σε κάποιες περιπτώσεις, όπως το Μουσείο Βενιζέλου, το αρχειακό υλικό υπάρχει ήδη μέσα, στημένο - εκεί εμείς κάνουμε παρεμβάσεις. Στην περίπτωση της Διπλαρείου Σχολής, συνυπάρχουν τα σημάδια ενός σχολείου με εκείνα της χρήσης από μία δημόσια υπηρεσία. Είναι μία Σχολή που ξεκίνησε γεμάτη αισιοδοξία, η οποία προσπάθησε να μάθει στους νέους μία τέχνη που θα τους εξασφάλιζε το μέλλον – ήταν μία σχολή design της εποχής, κάτι αντίστοιχο με το Bauhaus στη Γερμανία. Το Ελληνικό Bauhaus λοιπόν έχει τσολιάδες σκαλισμένους στις ξύλινες καρέκλες! Σκοπός μας ήταν πάντα να μπορέσουμε να συνδυάσουμε ετερόκλητα πράγματα και να αντιπαραβάλλουμε σύγχρονα έργα με παλαιότερα όπως και με αρχειακό υλικό, κάτι που είναι ιδιαίτερα δύσκολο καθώς στην Ελλάδα δεν έχουμε κάποιο τεράστιο μουσείο που να συγκεντρώνει όλους αυτούς τους θησαυρούς που θα μπορούσαμε να χρησιμοποιήσουμε. Υπάρχουν τα αρχαιολογικά μουσεία που δεν έχουμε καταφέρει ακόμη να βιάσουμε!

ΑΚ: Τα κτίρια παίζουν σημαντικό ρόλο στην Μπιενάλε.

ΧΥ: Τα κτίρια αποτελούν σημαντικό κομμάτι της έκθεσης. Το βασικό κτίριο είναι ένα κουφάρι το οποίο είναι εμβληματικό και ταυτόχρονα μία αλληγορία της σύγχρονης Ελλάδας. Και τα υπόλοιπα κτίρια βέβαια συνδέονται όσον αφορά στην αρχιτεκτονική τους ή την χρονολογία ίδρυσής τους. Όλα αυτά τα κτίρια είναι σχεδόν άγνωστα στο ευρύ κοινό, παρά το γεγονός ότι  βρίσκονται στην καρδιά της Αθήνας, δίπλα σε χώρους όπως το Μέγαρο Μουσικής, χώρους δηλαδή που εκφράζουν το αστικό προφίλ που επιχειρήθηκε να δημιουργηθεί τις τελευταίες δεκαετίες του 20ου αιώνα στην Ελλάδα. Και στέκονται εκεί αφανή, όπως συμβαίνει όταν πηγαίνεις σε ένα σπίτι που, είναι μεν αστικό - επειδή η Ελλάδα δεν είναι μόνο αστική κουλτούρα – και παρατηρείς κάπου ένα σεμεδάκι περίεργο, βλέπεις δηλαδή κάτι παράταιρο που έχει ξεμείνει, το πορτραίτο της γιαγιάς που φοράει φακιόλι ή του παππού που μπορεί να ήταν αντιστασιακός - είναι κάτι τέτοιο. Στην καρδιά του τεχνοκρατικού, καπιταλιστικού, ψευδοαστικού Αθηναϊκού κέντρου βρίσκονται στοιχεία από τη νεώτερή μας ιστορία. Γενικά, τα κτίρια είναι πρωταγωνιστές σε αυτήν την έκθεση.

ΑΚ: Η έμφαση είναι στα έργα και τους καλλιτέχνες ή στα statements.

ΧΥ: Και στα δύο. Το ένα πληροφορεί το άλλο – νομίζω ποτέ δε γίνεται ανεξάρτητα το ένα από το άλλο, ειδικά όταν πρόκειται για ομαδικές εκθέσεις, εκτός αν μιλήσουμε για το επιμελητικό έργο, αν το θεωρήσουμε μία μεγάλη χειρονομία που καλύπτει τα πάντα, αν και δε βλέπω να υπάρχει τέτοιο ζήτημα εν προκειμένω. Αυτό ίσως θα το δει και ο κόσμος – ενδεχομένως είναι η έξωθεν μαρτυρία που πρέπει να το καταθέσει. Ο κόσμος θα διαπιστώσει τελικά αν είναι το μήνυμα, ή τα έργα ή όλο αυτό μαζί, συν κάτι άλλο.


ΑΚ: Στην επιμέλεια της έκθεσης συνεργάζεστε επίσης με τον Nicolas Bourriaud - έναν επιμελητή παγκόσμιας κλάσης. Πως προέκυψε αυτό;

ΧΥ: Του κάναμε μία πρόταση. Όταν συναντηθήκαμε η κατάσταση στην Ελλάδα ήταν τέτοια που του κέντρισε το ενδιαφέρον αρκετά, από πολιτικής άποψης. Ο ίδιος είναι πολύ κοντά μας ιδεολογικά και σίγουρα έχει βιώσει μαζί μας ένα rollercoaster σε όλη αυτήν τη διαδικασία. Είναι ευτυχής η συγκυρία ότι πρόκειται επίσης για έναν άνθρωπο που έχει ιδρύσει και ο ίδιος δομές και γνωρίζει καλά τι σημαίνει να παίζεις αυτόν τον διπλό ρόλο. Ο Nicolas είναι για εμάς σπουδαία ευκαιρία. Θέλαμε πολύ να συνεργαστούμε μαζί του. Κι επειδή μας ενδιαφέρει πάντα παράλληλα με τη Μπιενάλε να κάνουμε και άλλα πράγματα, αυτή τη στιγμή μεταφράζουμε τα βιβλία του στα Ελληνικά - είναι υπό έκδοση.

ΑΚ: Ποιά είναι η σύνδεση με τις άλλες δύο Μπιενάλε;


ΧΥ: Στην πρώτη Μπιενάλε (Destroy Athens) έχουμε ένα προσωπικό αφήγημα, το ταξίδι ενός υποκειμένου προς τον αυτοπροσδιορισμό του, το οποίο βέβαια τελειώνει με τραγικό τρόπο, με αδιέξοδο - είναι μία κλειστοφοβική αδιέξοδη έκθεση που τελειώνει με έναν φυσικό θάνατο. Η δεύτερη Μπιενάλε (Heaven) ήταν ένα ιντερλούδιο για το επέκεινα και ένα κοίταγμα στις ουτοπίες, στον παράδεισο, στις ουτοπίες του μοντερνισμού, στις οποίες ενδεχομένως βρισκόταν η λύση. Φύγαμε από το κλειστοφοβικό Γκάζι και πήγαμε στο Φάληρο το οποίο είχε ορίζοντα, υπήρχε μία νότα αισιοδοξίας, παρόλο που ταυτόχρονα αυτές οι ουτοπίες μια προς μια κατέρρεαν, χωρίς καθόλου κυνισμό. Παρόλο που «χρησιμοποιήσαμε» όλη την αισιοδοξία που έχει η περιοχή, με όλα τα καινούργια κτίρια που δημιουργήθηκαν για να χρησιμοποιηθούν στους Ολυμπιακούς αγώνες, ήταν ένας ου-τόπος, ένας χώρος που στην πραγματικότητα δεν υπάρχει. Ο χώρος που βρήκαμε εμείς ήταν το αρνητικό μίας γέφυρας που απλώς μπαζώθηκε από κάτω και δε χρησιμοποιήθηκε ποτέ, ήταν πραγματικά ένας μη-χώρος. Στην πράξη,  μόνο για να μας βρει κάποιος έπρεπε να κάνει προσπάθεια. Έμοιαζε με παράλληλο κόσμο, ένα σύμπαν που απλώς βρέθηκε εκεί πέρα. Η τρίτη έκθεση (ΜΟΝΟΔΡΟΜΟΣ) επιστρέφει στο πρώτο αίτημα, μόνο που δε μιλάει πλέον για την πορεία ενός υποκειμένου, αλλά ολόκληρης της Ελλάδας, ενός Δυτικού κόσμου ο οποίος φτάνει σε ένα αδιέξοδο. Τα συλλογικά αιτήματα είναι πλέον αδιέξοδα και ο ζόφος ελλοχεύει παντού.

ΑΚ: Όλο αυτό γίνεται με δική σας προσπάθεια η υπάρχει κάποια ουσιαστική θεσμική βοήθεια;

ΧΥ: Κατά 99, 9999% δική μας… Πάντα γινόταν με δική μας προσπάθεια στο μεγαλύτερο ποσοστό. Από εκεί και πέρα υπάρχουν μεγαλύτερες ή μικρότερες βοήθειες και συνέργειες, φέτος όμως το consensus όλων είναι ότι δε ξέρουμε που βαδίζουμε, δε ξέρουμε τι θα προκύψει, λεφτά δεν υπάρχουν άρα ουσιαστικά αυτό που προσπαθήσαμε να κάνουμε είναι να δημιουργήσουμε κάτι το οποίο βασίζεται περισσότερο στη συνεργασία και όχι στα χρήματα. Πάντα μας βοηθούν πάρα πολλά άτομα, πέραν της στενής μας ομάδας που το βιώνει όλο αυτό μαζί μας, και την ευχαριστούμε πάρα πολύ. Η βασική μας βοήθεια, όχι μόνο οικονομικής φύσης, αλλά η ευρύτερη υποστήριξη, ο κριτικός λόγος και ο διάλογος, δε προκύπτει από φορείς ή από μορφώματα οποιουδήποτε τύπου αλλά από άτομα, κυρίως από συναδέλφους από όλες τις τάξεις – από τους καλλιτέχνες και τους επιμελητές μέχρι τους γκαλερίστες και τους συλλέκτες, από εκεί έχουμε και τη μεγαλύτερη υποστήριξη. Και φυσικά και τη μεγαλύτερη κριτική. Η μεγαλύτερη μας δύναμη και η ισχυρότερη κριτική που μας ασκείται εκπορεύονται από την ίδια πηγή.

ΑΚ: Ποιό είναι το όραμα;

ΧΥ: Το εγχείρημά μας είναι σχεδόν παράλογο και σίγουρα ουτοπικό… δε μπορεί κανείς να διανοηθεί τις θυσίες που επιβάλλονται ώστε να γίνει πραγματικότητα. Ακόμη και οι πιο στενοί μας άνθρωποι δε μπορούν να συνειδητοποιήσουν τι ακριβώς συμβαίνει για να υλοποιηθεί η διοργάνωση – πόσο μάλλον το κοινό. Έχει ένα βαθμό αυτοκαταστροφής, αλλά δε θέλω να τα λέμε εμείς αυτά…

Από την αρχή είχαμε μία υπερπροστατευτικότητα –που πολλές φορές μπορεί να κατέληγε σε μυστικότητα– για αυτό που έχουμε ιδρύσει και το πώς θέλουμε να δρομολογηθεί, και τώρα έφτασε να είναι έξι χρονών... Όταν σε συνέχεια των σπουδών βρεθήκαμε στις συνθήκες της Ελλάδας, υπήρχε μεταξύ μας η γνωστή γκρίνια, ότι δε γίνεται τίποτα, και αποφασίσαμε να το κάνουμε εμείς: να κάνουμε αυτό που θα θέλαμε να υπάρχει. Be careful of what you wish for, λένε. Ωστόσο δεν είναι θέμα οράματος, είναι θέμα επιθυμίας. Το καλύτερο για εμάς θα είναι η Μπιενάλε να μπορέσει να προχωρήσει απρόσκοπτα και να έχει αυτόν τον χαρακτήρα που προσπαθούμε και εμείς να της δώσουμε και που κατά τη γνώμη μας τη διαφοροποιεί από πολλές άλλες εκθέσεις που γίνονται, και να μπορεί να προχωρήσει μόνη της, χωρίς να είναι πιασμένη από τους γονείς της. Η εμπλοκή με το δημιουργικό κομμάτι είναι κάτι πολύ σημαντικό, φοβερά λυτρωτικό και ωραίο, γιατί μας έχει δοθεί η δυνατότητα να δουλεύουμε σε τέτοια κλίμακα. Είναι μοναδική εμπειρία! Η εμπλοκή όμως με τα υπόλοιπα θέματα είναι χρονοβόρα, ψυχοφθόρα και φοβερά δύσκολη και δε μας επιτρέπει πολλές φορές να κάνουμε άλλα πράγματα. Θα θέλαμε επίσης να μην είμαστε αυτοί που παίρνουν αποφάσεις για κάτι δημιουργικό και ταυτόχρονα λογοκρίνονται γιατί μπορούν ή δε μπορούν να το κάνουν για πρακτικούς λόγους. Μονίμως είμαστε σε μία λογική που με το ένα πόδι προσπαθούμε να φτιάξουμε κάτι και με το άλλο πόδι πρέπει να το μαζέψουμε και αυτός είναι ένας άχαρος λόγος να τον έχεις εις διπλούν. Ο βαθμός εμπλοκής είναι τεράστιος γιατί και η ομάδα είναι μικρή, τόσο η κατανομή εργασίας όσο και η δομή είναι τελείως οριζόντια.

ΑΚ: Γιατί να έρθει να δει την Μπιενάλε κάποιος;

ΧΥ: Δε μπορείς να πεις σε κάποιον που δεν έχει πονοκέφαλο «έλα πάρε ένα χάπι» -  όποιος έχει πονοκέφαλο θέλει από μόνος του να πάρει ένα χάπι -  ούτε είμαστε αυτής της λογικής που υπαγορεύει δηλώσεις τύπου «θέλουμε να δημιουργήσουμε μία νησίδα ελπίδας και αισιοδοξίας κλπ» – παρόλο που ισχύει σε ένα βαθμό. Δυστυχώς η γλώσσα έχει παραποιηθεί υπερβολικά πλέον, όλα αυτά ακούγονται λίγο μπανάλ. Υπάρχει απλώς μία αίσθηση επείγοντος και ο καθένας προσπαθεί να δίνει απαντήσεις από το σημείο που βρίσκεται. Αν μπορεί να τις δώσει έχει καλώς, αν είναι εύστοχες επίσης έχει καλώς.

ΑΚ: Τι θέλετε να μείνει πίσω από αυτήν την προσπάθεια;

ΧΥ: Η Μπιενάλε της Αθήνας, τελεία. Όχι η Μπιενάλε της Ξένιας, του Πολύδωρου και του Αυγουστίνου.

ΑΚ: Τι θέλετε να προσθέσετε εσείς;

ΧΥ: Κάθε φορά που θέλουμε να πούμε κάτι σκεφτόμαστε ότι θα ακουστεί σαν «δώσε μου ένα βιολί και ένα ακορντεόν»... ότι παραπονιόμαστε διαρκώς για πράγματα…

ΑΚ: Άντε, πείτε..

ΧΥ: Θα θέλαμε πολύ ο κόσμος να σταματήσει να φοβάται να κυκλοφορεί στο κέντρο της πόλης, να μη θεωρεί ότι η τέχνη είναι κάτι το οποίο συμβαίνει μόνο κάτω από ειδικές συνθήκες. Θα θέλαμε επίσης να καταρρίψουμε το μύθο ότι δεν μπορεί να υπάρξει τέχνη και πολιτισμός χωρίς χρήματα, και να κάνουμε μία συμβολική υπέρβαση -ένα άλμα στο κενό, μαζί με πάρα πολύ κόσμο που μας έχει ακολουθήσει για κάποιο περίεργο λόγο- διότι αν οι πολιτικοί και άλλοι φορείς δε μπορούν να κάνουν πράγματα, τότε πρέπει να τα κάνουμε μόνοι μας. Η τέχνη δε πρέπει κουβαλάει κάτι το ενοχικό, ή το φιλανθρωπικό και, επίσης, ο πολιτισμός δεν είναι είδος πολυτελείας, δεν είναι κάτι που μπορείς να το βάλεις ανά πάσα στιγμή σε pause επειδή έχεις κάτι σοβαρότερο να ασχοληθείς και να το ξαναπιάσεις αργότερα χωρίς να έχεις χάσει επεισόδια. Είναι από τα σοβαρά ζητήματα, όπως είναι η παιδεία, η οικονομία, η υγεία - δε διαφέρει. Ζούμε σε μία εποχή επιτάχυνσης, γίνονται όλα πολύ πιο γρήγορα. Αυτό δημιουργεί στον κόσμο μία ώθηση προς τα πίσω και όλοι φοβούνται περισσότερο αυτόν τον καιρό, ενώ αντίθετα με ορμή πρέπει να βγούμε όλοι μπροστά, να κάνουμε πράγματα. Παλαιότερα λέγαμε ότι η τέχνη προηγείται των όσων πρόκειται να γίνουν – στο Destroy Athens αυτή ακριβώς ήταν η περίπτωση – ενώ τώρα όλοι οι δημιουργοί ακολουθούμε αυτό που γίνεται. Η εποχή τρέχει πιο γρήγορα απ’ ότι η τέχνη, κάθε μέρα συμβαίνουν κοσμογονικά γεγονότα. 

Το artAZ είναι χορηγός επικοινωνίας της 3ης Μπιενάλε της Αθήνας 2011 ΜΟΝΟΔΡΟΜΟΣ

 
biennale